του Γιώργου Λουτριανάκη,
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Ένας αιώνας συμπληρώνεται φέτος από την ίδρυση της “Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠΛ)” ή αλλιώς τα “Λιπάσματα της Δραπετσώνας” όπως αναφέρονται συνήθως. Η εταιρεία δεν υπάρχει πλέον, η πορεία της όμως είχε ταυτιστεί και είχε σημαδέψει μία ευρύτερη περιοχή.
Η εταιρία ιδρύθηκε το 1909 και κύριος ιδρυτής της ήταν ο Νικόλαος Κανελλόπουλος. Συμμετείχαν επίσης ως μέτοχοι και οι εξής: ο Ιωάννης Δροσόπουλος για λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας και της Ελληνικής Σταφιδικής Εταιρείας Οι Στέφανος Φραγκιάδης και Δημήτριος Ηλιόπουλος για λογαριασμό της Τράπεζας Αθηνών. Ο Λουδοβίκος Νικολαΐδης για λογαριασμό της Τράπεζας της Ανατολής. Οι Κωνσταντίνος Παναγόπουλος και Δημήτριος Μαλτσινιώτης για λογαριασμό της εταιρείας "Ελληνικά Πυριτιδοποιεία και Καλυκοποιεία". Οι βιομήχανοι Άγγελος Κανελλόπουλος, Λεόντιος Οικονομίδης και Επαμεινώνδας Χαρίλαος. Ο χημικός Λύσσανδρος Χαρίλαος, ο μηχανικός Νικόλαος Βλάγκαλης. Οι γεωπόνοι Αριστόβουλος Ζάννος και Εμμανουήλ Ρως. Οι δικηγόροι Κωνσταντίνος Ζάννος και Αχιλλέας Μαυρίδης. Ο έμπορος Κανέλλος Κανελλόπουλος.
Από τη σύσταση κιόλας της εταιρείας παρατηρούνται δύο αξιοπρόσεκτα για τα ελληνικά δεδομένα φαινόμενα: η συμμετοχή των ελληνικών τραπεζών απευθείας στη συγκρότηση του βιομηχανικού κεφαλαίου και δεύτερον το γεγονός ότι η ιδρυτική ομάδα των κεφαλαιούχων είναι οι περισσότεροι επιστήμονες.
Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά καθορίζουν και τη φυσιογνωμία της Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠΛ), μία φυσιογνωμία πολύ διαφορετική από τις μέχρι τότε βιομηχανικές επιχειρήσεις. Την εποχή αυτή πραγματοποιούνται συγχωνεύσεις εταιρειών, ενισχύσεις των μεγαλύτερων μονάδων, επενδύσεις εντάσεως κεφαλαίου και προωθείται ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός. Οι νέοι κλάδοι (χημική βιομηχανία, οικοδομική, κ.α.) εμφανίζονται πιο αποτελεσματικοί σε αντίθεση με τους παλαιότερους κλάδους (κλωστοϋφαντουργία, μηχανοκατασκευές). Η ίδρυση της ΑΕΕΧΠΛ ολοκλήρωσε την ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας η οποία ήδη λειτουργούσε σε ευνοϊκές συνθήκες. Η εμφάνιση της εταιρείας καθίσταται ως καινοτόμα σε όλες τις εκφάνσεις της λόγω των δύο φαινομένων που αναφέραμε πιο πάνω.
Την ανέγερση των εγκαταστάσεων της ΑΕΕΧΠΛ ανέλαβε η τεχνική εταιρεία "Α.Δ. Ζαχαρίου και Σία". Το οικόπεδο στο οποίο αρχικά εγκαταστάθηκε το εργοστάσιο 200.000 τετρ. πήχεων αγοράστηκε στην πολύ καλή τιμή για την εποχή εκείνη των 125.678 δραχμών. Η θέση του εργοστασίου δίπλα στο λιμάνι επιτρέπει την οικονομία στις μεταφορές μειώνοντας σημαντικά το κόστος παραγωγής. Οι εγκαταστάσεις ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο του 1910. Για τα κτίρια και τα μηχανήματα απαιτήθηκε επένδυση ποσού 1.375.000 δραχμών. Στις χρονιές 1911-1912 αγοράζονται νέα οικόπεδα γύρω από την αρχική εγκατάσταση και επενδύονται σε εγκαταστάσεις 2.000.000 δραχμές επιπλέον.
Το
εργοστάσιο παρήγαγε οξέα και χημικά λιπάσματα. Η παραγωγή οξέων για μη πολεμικούς σκοπούς και βιομηχανική χρήση παραχωρείται από το Ελληνικό Πυριτιδοποιείο και Καλυκοποιείο που από το 1900 παρήγαγε θεϊκό χαλκό για τους αμπελοκαλλιεργητές. Η ΑΕΕΧΠΛ παρήγαγε πρώτη χημικά λιπάσματα στην Ελλάδα και δημιούργησε την αγορά τους με την κρατική υποστήριξη και συμπαράσταση. Με τα νομοθετικά διατάγματα ΓΛΙΘ/1911 και 218/1914 δίνεται το πλαίσιο δράσης της εταιρείας σε στενή συνάφεια με την ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής και την κατάργηση της αγρανάπαυσης μέσω της χημικής λίπανσης. Η εταιρεία όμως σκόπευε από την αρχή να επεκταθεί στον κλάδο της υαλουργίας. Στόχος ήταν η δημιουργία υαλουργείου το οποίο θα χρησιμοποιεί ντόπιες πρώτες υλών για την παραγωγή φτηνού γυαλιού για φιάλες και νταμιτζάνες. Οι βλέψεις αυτές της εταιρείας δεν αφορούν μόνο την ανάγκη φθηνής συσκευασίας των οξέων. Οι αρχικοί στόχοι των κεφαλαιούχων της εταιρείας στρέφονται προς τον κλάδο της υαλουργίας με σκοπό την ανάπτυξη και την εδραίωση της στην αγορά της αναπτυσσόμενης οινοποιίας-οινοπνευματοποιίας.
Το γεγονός ότι μέχρι την ίδρυση της εταιρείας δεν υπήρχε παραγωγή χημικών λιπασμάτων στη χώρα, οδήγησε στην ανάγκη να τεθούν οι βάσεις για την κατανάλωση των προϊόντων της. Για το λόγο αυτό άρχισε ένα πρόγραμμα συστηματικής προώθησης και διαφήμισης στην εσωτερική αγορά, αλλά και στις αγορές του εξωτερικού, κυρίως της Μέσης Ανατολής. Στην εσωτερική αγορά η προσπάθεια προώθησης συμπληρώθηκε αργότερα κι από πιστώσεις προς τους γεωργούς μέσω της Αγροτικής Τράπεζας. Επιπλέον, στην εταιρεία δημιουργήθηκε ένα ιδιαίτερο γεωπονικό τμήμα που σκοπό είχε την διδασκαλία για τη χρήση των λιπασμάτων στη γεωργία, καθώς και τη μελέτη διάφορων ζητημάτων σχετικά με την χρήση των λιπασμάτων και την ανάπτυξη της γεωργίας στην Ελλάδα. Ο υπεύθυνος του γεωπονικού τμήματος, ο γεωπόνος Ραϊνόλδος Δημητριάδης, με περιοδείες, διαλέξεις και δημοσιεύματα ενημέρωνε τους γεωργούς στην ηπειρωτική Ελλάδα, την Κρήτη και την Αίγυπτο. Τα αποτελέσματα από τη διοχέτευση των προϊόντων στην αγορά είναι ικανοποιητικά από την πρώτη κιόλας χρονιά όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε χώρες της ανατολικής Μεσογείου.
Το 1912 αυξάνεται το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας σε 5.000.000 δραχμές. Από τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου διπλασιάζεται η παραγωγική δύναμη των μονάδων θειικού οξέος και παραγωγής λιπασμάτων. Η πρώτη ύλη για την παραγωγή προέρχεται από τα μεταλλεία της Ερμιόνης. Η επιχείρηση προχωρά σε καθετοποίηση της παραγωγής παράγοντας τα γυάλινα δοχεία για την συσκευασία των οξέων. Η μελέτη του υαλουργείου αρχίζει το 1911 και σχεδιάζεται και η παραγωγή φιαλών κονιάκ και λευκού γυαλιού για κοινή χρήση. Η εγκατάσταση του υαλουργείου ολοκληρώνεται τον Απρίλιο του 1914. Εκείνη τη χρονιά δεν υπήρξε παραγωγή. Παράλληλα μελετάται η δημιουργία τμήματος υαλοπινάκων το οποίο όμως λόγω του πολέμου καθυστερεί.
Ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος έφερε αρκετές δυσχέρειες. Το 1914 μειώθηκε η κατανάλωση λιπασμάτων. Από το 1915 υπάρχει έλλειψη πρώτων υλών και καυσίμων, υπερτίμηση των προϊόντων, άνοδος στις τιμές των ναύλων, ενώ ο αποκλεισμός και η επιστράτευση έχουν ως αποτέλεσμα την αργία πολλών τμημάτων της εταιρείας. Η επιχείρηση έσπευσε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες προσανατολίζοντας την παραγωγή προς νέα είδη. Στη διάρκεια του πολέμου το τμήμα που κυρίως λειτουργεί είναι αυτό του θεϊκού χαλκού και περονοσπορίνης το οποίο παύει τη λειτουργία του το 1919 λόγω ελλείψεως χαλκού.
Ο πόλεμος ωστόσο ώθησε την εταιρεία στην ανεύρεση καύσιμης ύλης και πρώτων υλών. Στα έτη 1915-1918 επεδίωξε να εξασφαλίσει τον τακτικό εφοδιασμό της σε λιγνίτη και πρώτες ύλες και άρχισε να δραστηριοποιείται σε εξορυκτικές δραστηριότητες αγοράζοντας ή μισθώνοντας μεταλλεία. Το 1920 απορρόφησε τη μεταλλευτική εταιρεία λιγνιτωρυχείων "Μήλεσι". Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε η ΑΕ Εκμεταλλεύσεως Μεταλλείων Κασσάνδρας, η οποία ως μισθώτρια, μίσθωσε για 60 χρόνια, από την παλιά μεταλλευτική εταιρεία Κασσάνδρας τα μεταλλεία πυρίτη. Τα ορυχεία Ωροπού, Κορώνης και Πασσά Ευβοίας, ιδιοκτησίας της ΑΕΕΧΠΛ, είχαν παραγωγή το 1921 πάνω από 30.000 τόνους λιγνίτη για αποκλειστική χρήση της επιχείρησης. Οι μεταλλευτικές επιχειρήσεις ήταν αρχικά προσωπικές ιδιοκτησίες κάποιων μετόχων της εταιρείας και μετά τη λήξη του πολέμου μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία. Η κατασκευή φιαλών οινοποιίας και υαλοπινάκων γινόταν αποκλειστικά με πρώτη ύλη που προερχόταν από ένα μικρό ορυχείο που αγοράστηκε στη Μήλο.
Μετά τη λήξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου, η ΑΕΕΧΠΛ προχώρησε σε επενδύσεις και επεκτάσεις τμημάτων της. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυξάνεται σε 10.000.000 δραχμές το 1920, ενώ ταυτόχρονα αγοράζει το προνόμιο μηχανικής παρασκευής υαλοπινάκων έναντι 1.000.000 δραχμών. Το 1920-21 έγιναν επενδύσεις στο υαλουργείο ύψους 3.000.000 δραχμών με προσθήκη κινητήριων μηχανών για καλύτερη εκμετάλλευση του λιγνίτη. Η εταιρεία επιπλέον εξαγόρασε, το προνόμιο της προμήθειας και της αποκλειστικής χρήσης των μηχανημάτων για τη μηχανική παραγωγή των υαλοπινάκων με το σύστημα Fourcault που μόλις είχε εφευρεθεί στο Βέλγιο. Το τμήμα υαλοπινάκων αρχίζει να λειτουργεί και να έχει παραγωγή το 1922. Η εταιρεία χάνει, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, την αγορά της Σμύρνης. Ωστόσο συνεχίζει να προμηθεύει με χημικά λιπάσματα την Αίγυπτο και την Κύπρο. Το 1923 το μετοχικό κεφάλαιο αυξάνεται σε 15.000.000 δραχμές. Το 1927-28 μηχανοποιείται η παραγωγή πράσινης υάλου. Ανακαινίζεται και διπλασιάζεται ο κλίβανος των υαλοπινάκων. Παράλληλα ολοκληρώνεται η εγκατάσταση μηχανικής φόρτωσης με εναέριο σιδηρόδρομο, καθώς και η νέα εγκατάσταση θειικού οξέος. Την ίδια περίοδο παύει η λειτουργία των δύο παλαιών συστημάτων θειικού οξέος προκειμένου να ανακαινιστούν.
Η γενική αρχή της ΑΕΕΧΠΛ είναι η ετήσια γενναία ενίσχυση του Ενεργητικού με κρατήσεις για απόσβεση εγκαταστάσεων αντί της διανομής μεγαλύτερου μερίσματος στους μετόχους, τακτική που επιτρέπει τις συνεχείς επεκτάσεις και την ανανέωση του εξοπλισμού.
Το 1928 η εταιρεία αγοράζει 20.000 μετοχές της "Ανώνυμης Διεθνούς Εταιρείας Μεταλλείων και Εμπορίας Μεταλλευμάτων", που είχε ιδρύσει ο Ν. Κανελλόπουλος ενώ επίσης μισθώνει από τη "Διεθνή Εταιρεία" τα μεταλλεία πυρίτη της Ερμιόνης. Καθώς οι πυρίτες της Ερμιόνης περιέχουν χαλκό, η εταιρεία σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τον χαλκοπυρίτη για την παραγωγή θεϊκού χαλκού η οποία είχε σταματήσει από το 1919 λόγω έλλειψης πρώτης ύλης. Μεταλλευτικές έρευνες ξεκινούν το 1926 και στην Κύπρο, οι οποίες αποδίδουν καρπούς στα μέσα της επόμενης δεκαετίας, όταν εντοπίζονται αποθέματα χρυσοφόρου μεταλλεύματος. Για την ανάκτηση του χρυσού οργανώθηκε εκεί μονάδα κυανιώσεως. Οι μεταλλευτικές δραστηριότητες της εταιρείας έχουν από την αρχή δύο στόχους. Αφενός την προμήθεια πρώτων και καύσιμων υλών για το εργοστάσιο, αφετέρου την εξαγωγή των μεταλλευμάτων.
Η ΑΕΕΧΠΛ έτυχε μεγάλης υποστήριξης από το κράτος και τις τράπεζες, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την μακροβιότητα της. Το 1925 υπογράφεται η Σύμβαση του Δημοσίου με την Εταιρεία Λιπασμάτων για την ενίσχυση παραγωγής λιπασμάτων. Η σύμβαση επιτρέπει στην εταιρεία να συνάπτει ομολογιακά δάνεια των οποίων η πρόσοδος θα φορολογείται μόνο προς 5% απαλλαγμένη από κάθε άλλο φόρο. Το προνόμιο έχει διάρκεια 12 χρόνων και ισχύει για όλα τα ομολογιακά δάνεια που συνάπτει η εταιρεία. Το προνόμιο αυτό διευκολύνει τη σύναψη ομολογιακού δανείου 200.000 λιρών Αγγλίας. Η Ε.Τ.Ε. ενδιαφερόμενη για την ενίσχυση εταιρειών με μονοπωλιακή θέση στην αγορά, παρέχει την εγγύησή της στη ΑΕΕΧΠΛ το 1925 για την κάλυψη μέρους του ομολογιακού δανείου των 200.000 λιρών. Το 1928 η Ε.Τ.Ε. αγοράζει μετοχές της εταιρείας λιπασμάτων με σκοπό την ενίσχυση της εταιρείας σε μια δύσκολη περίοδο, ενώ το 1930 παρείχε την εγγύησή της για τη σύναψη ομολογιακού δανείου 600.000 λιρών Αγγλίας.
Στα 1928 η αξία των εγκαταστάσεων στη Δραπετσώνα υπολογίζονται σε 400.000.000 δραχμές. Μαζί με τις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις φτάνουν τα 600.000.000 δραχμές. Τα υπόλοιπα κεφάλαια της επιχείρησης υπολογίζονται σε 80.000.000 δραχμές. Στο συγκρότημα της Δραπετσώνας απασχολούνται 1.850 εργάτες και εργάτριες (950 στο τμήμα χημικών προϊόντων και λιπασμάτων και 900 στο υαλουργείο). Η κινητήρια δύναμη της επιχείρησης είναι 1.830 ίπποι που παράγονται από πετρελαιομηχανές και ατμομηχανές. Η νέα κεντρική εγκατάσταση παραγωγής κινητήριας δύναμης με ντιζελομηχανές ολοκληρώνεται το 1933 και αντικαθιστά τις παλιές ατμομηχανές. Το 1934 ολοκληρώνεται η ανέγερση των νέων εγκαταστάσεων παραγωγής φωσφορικής αμμωνίας και πυκνών υπερφοσφωρικών λιπασμάτων.
Η εταιρεία αναζητώντας συνεχώς τη βελτίωση και διαφοροποίηση των προϊόντων της προχωρά στην δημιουργία ξεχωριστού τμήματος για την παραγωγή και την προώθησή τους. Οι επιστημονικές ερευνητικές δραστηριότητες της εταιρείας επεκτείνονται. Αυξάνεται ο αριθμός των εφαρμοστών γεωπόνων στις επαρχίες και ενισχύεται με νέα στελέχη το κεντρικό εργαστήριο ερευνών (1934).
Στην εταιρεία το 1934 εργάζονται 4.000 εργάτες και εργάτριες, 105 επιστάτες, 115 υπάλληλοι, 16 χημικοί, 22 μηχανικοί, 25 γεωπόνοι και 6 γιατροί, χωρίς να υπολογιστούν αυτοί που εργάζονται στο δίκτυο της εταιρείας στη ύπαιθρο. Προϊόντα που εξάγονται είναι το θειικό οξύ, τα ανάμικτα λιπάσματα, τα γεωργικά φάρμακα, οι υαλοπίνακες και τα υπολείμματα πυριτών.
Από το 1938 στο Τμήμα Ερευνών και αργότερα στο Ινστιτούτο Χημείας "Ν. Κανελλόπουλος", διεξάγεται εφαρμοσμένη γεωργική έρευνα, ενώ στον τομέα της χημείας εκτελούνται μελέτες για βελτιώσεις των εγκαταστάσεων και προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και έρευνες σχετικά με τη βελτίωση των λιπασμάτων και των χημικών προϊόντων. Παράλληλα σχεδιάζεται η διεύρυνση των παραγόμενων προϊόντων και η επέκταση των μονάδων. Το 1937 υπήρχε σχέδιο για παραγωγή μεταλλικών χρωμάτων από εγχώριες πρώτες, το οποίο όμως δεν υλοποιήθηκε.
Το υαλουργείο γνωρίζει εντυπωσιακή ανάπτυξη στη δεκαετία του 1930. Μέχρι το 1939 λειτουργούν 12 κλίβανοι και απασχολούνται 1200 εργαζόμενοι από τους οποίους 300 είναι ειδικευμένοι τεχνίτες. Το υαλουργείο παράγει προϊόντα πράσινης και λευκής υάλου, υαλοπίνακες διαφόρων ειδών, γυάλινα οικοδομικά υλικά, υδρύαλο, πυρίμαχα προϊόντα πλινθοποιείου και προϊόντα του καλλιτεχνικού τμήματος.
Κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου ο παραγωγικός ρυθμός της εταιρείας μειώθηκε. Πολλά τμήματα της επιχείρησης διέκοψαν τη λειτουργία τους λόγω ανεπάρκειας πρώτων υλών, έλλειψης ηλεκτροκίνησης, κρίσης στο σύστημα μεταφορών και νομισματικής αστάθειας. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί προκαλούν ζημιές στις εγκαταστάσεις που φτάνουν τα 58.000.000 δραχμές. Η δέσμευση των προϊόντων της ΑΕΕΧΠΛ από τις κατοχικές δυνάμεις επέτειναν την κρίση. Στο τέλος του πολέμου η ρευστότητα του ενεργητικού έχει εξαντληθεί και η εταιρεία βρίσκεται έχει ζημιές 22.000.000 σταθερών δραχμών, η οποία το 1946 διευρύνεται στα 4.944.000.000.
Με εισήγηση της Βρετανικής Οικονομικής Αποστολής εκδόθηκε ομολογιακό δάνειο 20.000.000.000 δραχμών που χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο το Φεβρουάριο του 1947. Με το δάνειο καλύπτονται παλαιότερες οφειλές προς το δημόσιο και τις τράπεζες. Την ίδια χρονιά ο Μποδοσάκης Αθανασιάδης αποκτά την πλειοψηφία των μετοχών. Μια νέα γενιά μετόχων εμφανίζεται, ενώ η παλιά γενιά έχει ήδη αποσυρθεί. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο πόλεμος αποτελεί το όριο ανάμεσα στις δύο φάσεις της εταιρείας. Το 1949 η εταιρεία εντάσσεται στο πρόγραμμα χρηματοδότησης της Αμερικάνικης Οικονομικής Αποστολής με δάνειο ύψους 6.500.000 δολαρίων.
Το 1948 ιδρύεται στην Κύπρο η θυγατρική "Ελληνική Μεταλλευτική και Βιομηχανική Εταιρεία Ltd." με σκοπό την καλύτερη εκμετάλλευση των μεταλλείων του νησιού. Από το 1950 αρχίζουν εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης, επέκτασης και ανανέωσης των εγκαταστάσεων τόσο της Δραπετσώνας όσο και των μεταλλείων της Κασσάνδρας. Αποκαθίσταται η παραγωγή σταδιακά και από το 1947 παράγονται νέα χημικά προϊόντα. Εκτός από την αποκατάσταση της παραγωγής όμως χρειάζεται να αποκατασταθούν και οι αγορές. Οι εξαγωγές προς Αίγυπτο και Κύπρο αποκαθίστανται σιγά σιγά. Βέβαια έχει επέλθει μια σημαντική μεταβολή όσο αφορά τη διακίνηση των παραγόμενων προϊόντων, την οποία έχει αναλάβει η ΑΤΕ, με αποτέλεσμα η ΑΕΕΧΠΛ να μην έχει πλέον τον έλεγχο της αγοράς. Πολλές φορές τα προϊόντα πωλούνται σε πολύ πιο υψηλές τιμές με αποτέλεσμα η εταιρεία να εκδηλώνει τη δυσαρέσκειά της. Άλλες φορές πάλι παρατηρούνται επιπλοκές στη λειτουργία της εταιρείας. Το 1950 για παράδειγμα παρατηρείται μείωση της παραγωγής του θειικού οξέος και των φωσφορικών λιπασμάτων. Αυτό συμβαίνει γιατί η ΑΤΕ καθυστερεί να διαθέσει τα προϊόντα της εταιρείας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν αρκετοί αποθηκευτικοί χώροι για τα προϊόντα.
Ηανασυγκρότηση της εταιρείας τη δεκαετία του 1950 με τη χρηματοδότηση από το σχέδιο Μάρσαλ είναι ριζική. Μέχρι το 1954 λειτουργούν νέες εγκαταστάσεις: παραγωγής αραιών υπερφοσφωρικών λιπασμάτων, υδροχλωρικού οξέος, θειικού οξέος, πυκνών υπερφοσφωρικών λιπασμάτων κ.α. Ο κλάδος των γεωργικών φαρμάκων στεγάζεται στο νέο τριώροφο κτίριο με σύγχρονα μηχανήματα και νέες εγκαταστάσεις. Το υαλουργείο ανακαινίζεται πλήρως με μηχανήματα αυτόματης παραγωγής φιαλών. Ανακατασκευάζεται ο κλίβανος παραγωγής υαλοπινάκων, ενώ το 1954 λειτουργεί μια μεγάλη εγκατάσταση παραγωγής υαλοπινάκων διαμαντέ, και μια νέα εγκατάσταση αυτόματης παραγωγής επιτραπέζιων ειδών.
Το 1953 το γειτονικό Μηχανοποιείο και Ναυπηγείο Βασιλειάδη εξαγοράζεται και συγχωνεύεται με την ΑΕΕΧΠΛ. Η εταιρεία μοιάζει διστακτική σχετικά με τη χρήση του ακινήτου. Αποφασίζεται η επισκευή και ανακατασκευή της Νεωλκού του ναυπηγείου η οποία ολοκληρώνεται το 1960. Τότε το λεβητοποιείο, το προτυποποιείο και τα συνεργεία σιδηροκοφών και γραμμών της εταιρείας μεταφέρονται στο ναυπηγείο, ενώ οι μηχανουργικές εργασίες του Βασιλειάδη μεταφέρονται στο κεντρικό μηχανουργείο των λιπασμάτων. Από το Μάιο του 1960 εκτελούνται δεξαμενισμοί πλοίων. Τελικά ο κλάδος των ναυπηγείων δεν ολοκληρώνεται. Το 1963 ο ΟΛΠ εξαγοράζει το ακίνητο προκειμένου να επεκτείνει τις εγκαταστάσεις του.
Στα μεταλλεία Κασσάνδρας πραγματοποιούνται εγκαταστάσεις τριβής, πλύσεως και εμπλουτισμού σιδηροπυρίτη και επίπλευσης μολύβδου και ψευδαργύρου. Το 1952 η εταιρεία μισθώνει τα μεταλλεία της Λάρυμνας από το ελληνικό δημόσιο και αναλαμβάνει την υποχρέωση να δημιουργήσει μεταλλουργική εγκατάσταση επεξεργασίας σιδηρονικελιούχων μεταλλευμάτων, ικανότητας 130.000 τόνων ετησίως. Το 1955 η εταιρεία, με σύμβαση με το ελληνικό δημόσιο, αναλαμβάνει την αξιοποίηση της λιγνιτοφόρου Πτολεμαΐδας. Ιδρύεται η "Ανώνυμος Μεταλλευτική και Βιομηχανική Εταιρεία Λιγνιτωρυχείων Πτολεμαΐδος" με κεφάλαιο 3.000.000$. Το 1957 η εταιρεία αποκτά την εκμετάλλευση των μεταλλείων μαγγανίου στα Λέικα Καλαμάτας και χρωμίου στην Κοζάνη. Το 1959 η εκμετάλλευση των λιγνιτωρυχείων μεταβιβάζεται στη ΔΕΗ.
Μετά την υποτίμηση της δραχμής το 1953 και τη σύνδεση με την Ε.Ο.Κ. και σε συνδυασμό με την πολιτική της “εισαγόμενης εκβιομηχάνισης”, μεγάλα ξένα κεφάλαια εισρέουν στη χώρα υπό μορφή επενδύσεως σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες. Εκμεταλλευόμενη αυτό, η ΑΕΕΧΠΛ επεκτείνεται και δημιουργεί τρεις θυγατρικές επιχειρήσεις με συμμετοχή δυτικοευρωπαϊκών και αμερικανικών κεφαλαίων:
- την εταιρεία "Χημικαί Βιομηχανίαι Βορείου Ελλάδος" το 1962,
- την "Λάρκο - Ανώνυμος Ελληνική Μεταλλευτική Μεταλλουργική Εταιρεία Λαρύμνης" το 1963
- και τα "Ελληνικά Υαλουργεία Ελευσίνας-Owens" το 1969.
Οι μεταλλευτικές δραστηριότητες της εταιρείας επεκτείνονται κι άλλο. Το 1966 υπογράφονται συμφωνίες με τους ιδιοκτήτες των μεταλλείων σιδηροπυρίτη Λουτρακίου Πέλλας, μικτών θειούχων Θερμών Ξάνθης και της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου προκειμένου να διεξαχθούν έρευνες για την δυνατότητα εκμετάλλευσής των κοιτασμάτων τους.
Παράλληλα στις εγκαταστάσεις της Δραπετσώνας προχωρά ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός. Η 3η μονάδα θειικού οξέος με ημερήσια δυναμικότητα 330 τόνων θα λειτουργήσει το 1966. Στο υαλουργείο εγκαθίστανται δυο νέοι κλίβανοι παραγωγής καθώς και σύστημα αυτόματης τροφοδοσίας. Το 1968 κατασκευάζεται νέα μονάδα φρύξεως σιδηροπυρίτη, το 1969 νέα δεξαμενή θειικού οξέος και το 1970 κατασκευάζονται δεξαμενές αμμωνίας. Την περίοδο αυτή οι ΗΠΑ απορροφούν σταθερά μεγάλες ποσότητες της παραγωγής του υαλουργείου. Το 1970 εξάγονται στην Αμερική 915.000 τετρ. μέτρα υαλοπινάκων, ποσότητα που αυξάνει σε 1.440.000 τετρ. μέτρα μέσα στο 1971, ενώ η Ανατολική Ευρώπη και η Μέση Ανατολή απορροφούν 47.000 τόνους φωσφορικών λιπασμάτων το 1970.
Ο κλάδος της υαλουργίας επεκτείνεται με τη δημιουργία θυγατρικής εταιρείας και εργοστασίου στην Ελευσίνα. Το ύψος της επένδυσης υπολογίζεται σε 400.000.000 δραχμές. Στόχος είναι το εργοστάσιο αυτό να γίνει το μεγαλύτερο της Ανατολικής Μεσογείου και ότι να πραγματοποιεί εξαγωγές μεγάλης κλίμακας. Σταδιακά η παραγωγή φιαλών και επιτραπέζιων ειδών του εργοστασίου της Δραπετσώνας μεταβιβάζονται στο νέο εργοστάσιο. Το 1973-74 λειτουργεί και 4η μονάδα θειικού οξέος με δυναμικότητα 700 τόνους ημερησίως και κλίβανος για υαλοπίνακες. Την περίοδο 1971-75 οι επενδύσεις παγίων κεφαλαίων φτάνουν το 1.558.179.000 δραχμές στο συγκρότημα των εργοστασίων Δραπετσώνας και στα μεταλλεία.
Το 1979 πεθαίνει ο Μποδοσάκης Αθανασιάδης έχοντας κληροδοτήσει όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στο Ίδρυμα Μποδοσάκη. Μέχρι το 1983 ολοκληρώνονται και άλλες εγκαταστάσεις: ο νέος βελγικός κλίβανος υαλοπινάκων οριζόντιας εξελάσεως, δύο ακόμη κλίβανοι υαλοπινάκων, μονάδα παραγωγής φωσφορικού οξέος, δεξαμενές άνυδρης αμμωνίας κ.α. Παράλληλα το διεθνές ενδιαφέρον για την προστασία του περιβάλλοντος ωθεί την εταιρεία στη δημιουργία εγκαταστάσεων απορρύπανσης.
Η παράταση ωστόσο της οικονομικής ύφεσης, ο μόνιμος πληθωρισμός, η συρρίκνωση των μεγεθών της παγκόσμιας οικονομίας δεν άφησαν ανεπηρέαστη την ελληνική οικονομία. Από το 1979 η κατανάλωση των υαλοπινάκων της ΑΕΕΧΠΛ μειώνεται σημαντικά, καθώς υπάρχει ύφεση της οικοδομικής δραστηριότητας και ο διεθνής συναγωνισμός με αύξηση των εισαγωγών από το 1975 εντείνει τις πιέσεις του στην ελληνική βιομηχανία υαλοπινάκων. Η κίνηση των χημικών λιπασμάτων αντίθετα παρουσιάζεται αυξημένη και παρουσιάζει προοπτικές ανάπτυξης. Η χρήση του 1983 σημειώνει αύξηση των καθαρών κερδών σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Η αύξηση του κύκλου εργασιών κατά 18% για το 1984, απέφερε καθαρά κέρδη 337.328.629 δραχμές τα οποία συμψηφίζονται στη ζημία προηγούμενων χρήσεων που προέκυψε από τη μείωση κεφαλαίου της "Λάρκο" το 1982.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η εταιρεία προχωρά στην υλοποίηση επενδύσεων στα μεταλλεία Κασσάνδρας. Η επένδυση όμως του χρυσού παγώνει λόγω αντιδράσεων από τους κατοίκους της περιοχής, με αποτέλεσμα η ΑΕΕΧΠΛ να υποστεί σημαντική οικονομική ζημιά. Παράλληλα και ενώ τη διοίκηση της εταιρείας έχει αναλάβει ο Αλέξανδρος Αθανασιάδης Μποδοσάκης, προγραμματίζεται ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα, ως προς την παραγωγή λιπασμάτων, εν όψει της απελευθέρωσης της αγοράς των προϊόντων στα πλαίσια της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Το πρόγραμμα παγώνει και εντέλει ακυρώνεται ύστερα από τις αντιδράσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης. Μέσα σε αυτό το ζημιογόνο κλίμα δολοφονείται το 1988 ο Αλέξανδρος Αθανασιάδης Μποδοσάκης από την τρομοκρατική οργάνωση “17 Νοέμβρη”. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την προβληματική λειτουργία των μεταλλείων Κασσάνδρας, καθώς και την ζημιογόνα λειτουργία του υαλουργείου, που αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις εισαγωγές υαλοπινάκων σε τιμές κάτω του κόστους, δημιουργούν ασφυκτικούς ρυθμούς για την επιβίωση του εργοστασίου. Έτσι η εταιρεία οδηγείται στη συρρίκνωση. Παρατηρείται μείωση στην παραγωγή, μείωση του κύκλου εργασιών, καθυστερήσεις στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό.
Το 1993 η εταιρεία τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση εν λειτουργία από την Εθνική Τράπεζα στης οποίας την ιδιοκτησία περνά ολοκληρωτικά. Το εργοστάσιο της Δραπετσώνας λειτουργεί υποτονικά υπό διάφορες εταιρικές μορφές για να κλείσει οριστικά το Σεπτέμβριο του 1999.
Από τότε τα κουφάρια του πρώην εργοστασίου κοιτούν απορημένα τη θάλασσα και περιμένουν τους υπεύθυνους να αποφασίσουν για το μέλλον το δικό τους αλλά και της υπόλοιπης περιοχής. Μελέτες υπάρχουν. Σχέδια υπάρχουν. Αν υπάρχει βούληση τότε μάλλον δεν υπάρχουν χρήματα...
*** Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Re-Port (Τεύχος 2 - 6/2009)
Πηγή:
"Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (1909-1993) –
Παρελθόν και Μέλλον Ενός Ιστορικού Βιομηχανικού Συγκροτήματος”
Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2007
| Επόμενο > |
|---|

